
ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ
Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ
Το εκτεταμένο Κυβερνητικό Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για τιςΕργασιακές Σχέσεις που δόθηκε στη δημοσιότητα την προηγούμενη εβδομάδα, αντιπροσωπεύει την πολιτική ανταπόκριση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς στα αιτήματα του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος στην προηγούμενη μνημονιακή τετραετία, στους απεργιακούς του αγώνες που απαιτούσαν την αποτροπή της εφαρμογής της πολιτικής των μνημονίων. Πρόκειται για έναν αναγκαίο μακρύ κατάλογο κυβερνητικών μέτρων που αποσκοπούν να επιφέρουν την αποκατάσταση των όρων άσκησης των δικαιωμάτων και ελευθεριών του κόσμου της μισθωτής εργασίας, που έχουν πληγεί με πολυπληθέστατες ρυθμίσεις εφαρμογής των μνημονίων. Και μάλιστα πρόκειται για αντιδραστικές μεταλλάξεις που στόχευαν στο να καταστήσουν την εργατική δύναμη της καπιταλιστικής οικονομίας «φθηνή – πειθήνια – απορρυθμισμένη», ως όρο για την υπέρβαση της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου προς όφελος της επιχειρηματικής εργοδοσίας και σε βάρος της εργατικής τάξης.
Μεταξύ των πολλών άλλων σχεδιαζόμενων κυβερνητικών ρυθμίσεων της αριστερής λαϊκής διακυβέρνησης, προβλέπεται η αποκατάσταση της λειτουργίας και μετενέργειας των Συλλογικών Συμβάσεων, καθώς και η επαναφορά του κατώτατατου μισθού της ΕΓΣΣΕ από τα 586 ευρώ στα 751 ευρώ, παράλληλα με την απαναφορά των αρμοδιοτήτων του Οργανισμού Μεσολάβησης και Διαιτησίας κλπ. Η ανάδειξη μιας ορισμένης προοπτικής προστασίας της βιομηχανικής παραγωγής και της απασχόλησης των εργαζομένων , στις περιπτώσεις των επιχειρήσεων που εγκαταλείπονται ή μπαίνουν στην τροχιά της εκκαθάρισης λόγω των ζημιογόνων αποτελεσμάτων που προκαλεί η καπιταλιστική κρίση, με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής που κινδυνεύουν από απαξίωση και την μετάβαση της ιδιοκτησίας τους σε μορφές κοινωνικής συνεταιριστικής οργάνωσης, τον προσανατολισμό της λειτουργίας τους στην ικανοποίηση των ζωτικών λαϊκών αναγκών, πέραν του πεδίου του ανταγωνισμού της «ελεύθερης» αγοράς. Η κατάργηση όλων ανεξαίρετα των μνημονιακών ρυθμίσεων που έχουν επιφέρει την ελαστικοποίηση της απασχόλησης των εργαζομένων και την επιβολή ενός αυταρχικού καθεστώτος άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του κεφαλαίου στις περιπτώσεις των απολύσεων, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας κλπ.
Ακόμη και αν δεν πρόκειται για μέτρα ευθέως σοσιαλιστικού χαρακτήρα, εντούτοις αντιπροσωπεύουν μέσα στην βαθύτατη οικονομική κρίση και ύφεση, γενναίες ριζοσπαστικές τομές στον συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, και εκ των πραγμάτων άλλωστε λειτουργούν ως «αντικαπιταλιστικό ανάχωμα» των συμφερόντων της μισθωτής εργασίας έναντι των εργοδοτικών επιχειρηματικών συμφερόντων. Θεμελιώνουν την αναγκαία τροποποίηση του κοινωνικού συσχετισμού των δυνάμεων, που πέρα από την αποκατάσταση των θεμελιωδών όρων και ρυθμίσεων, συλλογικών και ατομικών, του ιστορικού Eργατικού Δικαίου, ανοίγουν τον αναγκαίο δρόμο για την διαμόρφωση των όρων προαγωγής του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού των ίδιων των αστικών παραγωγικών σχέσεων.
Εντούτοις παρά την διακήρυξη των κυβερνητικών προθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ για τις αναγκαίες νομικές ρυθμίσεις αποκατάστασης των εργασιακών σχέσεων στο μεγαλύτερο φάσμα τους, οι ριζοσπαστικές αυτές τομές τοποθετούνται σε ένα πεδίο ολοσχερούς κοινωνικής καταστροφής, εφόσον οι συνέπειες της κρίσης υπερσυσσώρευσης και τα αποτελέσματα των πολιτικών εφαρμογής των μνημονίων, έχουν εκτινάξει την ανεργία στο 28% από το 7,5% προ πενταετίας (1.380.000 άνεργοι), και έχουν αποψιλώσει πολύμορφα τα εργατικά λαϊκά εισοδήματα. Οι ριζοσπαστικές νομικές εργατικές ρυθμίσεις βρίσκονται πάντοτε σε συνάρτηση με τους ταξικούς συσχετισμούς που προκύπτουν από το επίπεδο απασχόλησης (εξαιρετικά χαμηλό σήμερα) και τους ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης (παρατεταμένη ύφεση).
Η λειτουργία αυτών των θεσμών άρα δοκιμάζεται τόσο από το υπερμεγέθες επίπεδο της ανεργίας, όσο και από την αποδιάρθρωση του εργατικού συνδικαλιστικού ιστού (που είναι ο εγγυητής της εφαρμογής αυτών των ρυθμίσεων), τουλάχιστον στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Στις δεκαετίες του 1970 – 80, όπου το επίπεδο της ανεργίας βρίσκονταν στο 4% (ανεργία τριβής) η συνδικαλιστική πυκνότητα ανέρχονταν σχεδόν στο 40% (τα εργοστασιακά σωματεία φύτρωναν σαν μανιτάρια στις βιομηχανικές ζώνες), ενώ στη σημερινή περίοδο ανεργίας του 28% η συνδικαλιστική πυκνότητα έχει ταπεινωθεί σε μονοψήφια νούμερα. Έτσι με ποια κοινωνική ισχύ μπορούν να προσέλθουν σε συλλογικές διαπραγματεύσεις οι εργατικές ενώσεις με το επιχειρηματικό κεφάλαιο, λ.χ. στις τεχνικές κατασκευές, όταν η ανεργία σ’ αυτό τον κλάδο χτυπάει κόκκινο στο 45%, παρόλη τη λειτουργία του θεσμού των Συλλογικών Συμβάσεων ;
Κατά συνέπεια η δυνατότητα εφαρμογής όλων αυτών των προβλέψεων της κυβερνητικής πολιτικής της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, υποθηκεύεται από μια μέγιστη κοινωνική παράμετρο που δεν είναι άλλη από την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ανεργίας. Η αντίληψη ότι αυτό μπορεί να γίνει με την επενδυτική δραστηριότητα του επιχειρηματικού κεφαλαίου είναι αδόκιμη, γιατί είναι αυτό που έχει προκαλέσει την κρίση υπερσυσσώρευσης, έχει απαξιώσει εκατοντάδες εργοστάσια, έχει απολύσει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, και έχει επιβάλλει τα μνημόνια δια μέσου των αστικών πολιτικών κομμάτων. Άρα η οικονομική ανάταξη που μπορεί να διαμορφώνει το πρόσφορο έδαφος για την άσκηση των εργατικών δικαιωμάτων, δεν μπορεί να προέλθει παρά από την ανάληψη της παραγωγικής ευθύνης από τις ίδιες τις εργατικές ενώσεις, τις κοινωνικές συλλογικότητες και συνεταιρισμούς, τις οικονομικές πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης της Αριστεράς, δηλαδή παραγωγικής κοινωνικοποίησης και ζωτικού εργατικού ελέγχου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να μην υπάρχουν μηνύματα υβριστικού περιεχομένου.