Τιμη Νι

Παρέχεται από το Investing.com

ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΜΥΘΟΙ


«Η απελευθέρωση των αγορών και οι ιδιωτικοποιήσεις αυξάνουν τον ανταγωνισμό. Έτσι, θα μειωθούν οι τιμές και θα βελτιωθούν οι υπηρεσίες προς τους καταναλωτές»
Γιάννης Ευσταθόπουλος - 24/11/2011
Μύθος 1ος: «Η απελευθέρωση των αγορών αυξάνει τον ανταγωνισμό»
Η εξέταση της διεθνούς και εγχώριας εμπειρίας καταρρίπτει τον παραπάνω μύθο. Αποτελεί πλέον κοινή διαπίστωση ότι πανίσχυρα υπερεθνικά ολιγοπώλια τείνουν να επικρατήσουν στην Ευρώπη, τόσο στον τομέα της ενέργειας όσο και στις τηλεπικοινωνίες και το νερό, με πρωταγωνιστές ισχυρούς ευρωπαϊκούς ομίλους. Στον κλάδο ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, ενδεικτικά, διακρίνονται σήμερα επτά κυρίαρχες επιχειρήσεις (EON, EDF, RWE, Iberdrola, GDF/Suez, ENEL, Vattenfall). Βάσει έρευνας της Διεθνούς Ερευνητικής Μονάδας για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του Πανεπιστημίου του Greenwich (PSIRU), oι επιχειρήσεις αυτές δραστηριοποιούνταν, ήδη από το 2006, στο Η.Β, την Γερμανία, την Γαλλία, την Ιταλία, το Μπενελούξ, τις Σκανδιναβικές χώρες, την Ιβηρική Χερσόνησο και την Ανατολική Ευρώπη.
Αντίστοιχη τάση παρατηρείται πλέον και στον τομέα του νερού με κύριες πρωταγωνίστριες τις πανίσχυρες γαλλικές εταιρίες Suez και Veolia ακολουθούμενες από ισπανικές, βρετανικές και γερμανικές επιχειρήσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι ήδη δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα ορισμένοι από αυτούς τους πανίσχυρους επιχειρηματικούς ομίλους όπως η Deutsche Telekom και η Vodafone στον κλάδο τηλεπικοινωνιών, η Suez (ΕΥΑΘ) στο τομέα του νερού, η Enel, η Edison, η Endesa στην αγορά φυσικού αέριου και ηλεκτρισμού ενώ πρόσφατο ενδιαφέρον έχουν επιδείξει γαλλικές δημόσιες (!) εταιρίες όπως η EDF και η SNCF (ηλεκτρισμός και σιδηρόδρομος αντίστοιχα) με αφορμή το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων του μνημονίου. Έτσι, αντί για αύξηση του ανταγωνισμού, παρατηρείται σήμερα μια διαδικασία μετάβασης από δημόσια εθνικά μονοπώλια σε ιδιωτικά υπερεθνικά ολιγοπώλια. Όπως σημειώνουν έμπειροι αναλυτές του τομέα ενέργειας, αυτό σημαίνει ότι οι μεγάλες αυτές επιχειρήσεις διατηρούν δεσπόζουσα θέση στην «περιοχή τους», χωρίς ωστόσο να συμπεριφέρνονται επιθετικά στις περιοχές των άλλων επιχειρήσεων, ακυρώνοντας έτσι κάθε έννοια «υγιούς» ανταγωνισμού. Επιπρόσθετα, τα νέα αυτά καρτέλ δραστηριοποιούνται σε αγορές υπηρεσιών των οποίων η κατανάλωση δεν δύναται να «συμπιεστεί» καθότι απαραίτητα για την αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών. Συνεπώς, λόγω της χαμηλής ελαστικότητας-τιμής αυτών των αγαθών (δεν παρατηρείται δηλαδή μείωση της κατανάλωσης όταν αυξάνεται η τιμή τους), ο «ανταγωνισμός» οδηγεί σε χαμηλά επίπεδα επενδύσεων και, κυρίως, χρόνιες πληθωριστικές τάσεις με άμεσα θύματα τους μικρούς οικιακούς καταναλωτές. Η συγκεκριμένη εξέλιξη είναι ιδιαιτέρως ανησυχητική δεδομένου ότι το 1/3 περίπου των πολιτών αντιμετώπιζαν δυσκολίες ήδη από το 2009 στην πληρωμή των οικιακών λογαριασμών τους (νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο, κλπ) σύμφωνα με στοιχεία της τελευταίας Ετήσιας Έκθεσης Οικονομικών και Κοινωνικών Δεικτών για τα Ελληνικά Νοικοκυριά της VPRC. Έτσι, σε συνθήκες παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης, αυξανόμενης ανεργίας και μείωσης των πραγματικών αποδοχών των νοικοκυριών, οι ασκούμενες πολιτικές θα οδηγήσουν τα φτωχότερα νοικοκυριά ακόμα και σε αδυναμία πληρωμής αυτών των λογαριασμών.

Μύθος 2ος: «Ο ανταγωνισμός και οι ιδιωτικοποιήσεις συνιστούν την βέλτιστη μορφή οργάνωσης των δημοσίων αγαθών»

Η κυβέρνηση επιχειρεί να εδραιώσει την άποψη ότι οι ιδιωτικοποιήσεις σε συνδυασμό με την απελευθέρωση των αγορών έχουν ως αποκλειστικό γνώμονα την καλύτερη εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Τα αποτελέσματα δύο δεκαετιών ιδιωτικοποιήσεων με παράλληλη απελευθέρωση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας οδηγούν σήμερα σε 5 τουλάχιστον «ανισορροπίες» που εκδηλώνονται ταυτόχρονα:
Ø Σε κοινωνικό επίπεδο, εξαιτίας της προτεραιότητας που αποδίδουν οι επιχειρήσεις στους μεγάλους καταναλωτές εις βάρος των νοικοκυριών τόσο στον τομέα της ενέργειας όσο και στις τηλεπικοινωνίες, τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, κ.λπ. Εντεινόμενες ανισότητες στους όρους και τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών καταγράφονται, επίσης, και μεταξύ εύπορων και φτωχών νοικοκυριών δεδομένου ότι η μικρή κατανάλωση ισοδυναμεί με υψηλότερες χρεώσεις (π.χ. καρτοτηλέφωνο/ προγράμματα). Το οικιακό τιμολόγιο της ΔΕΗ δεν αποτελεί παρά μια προσπάθεια της κυβέρνησης να διασκεδάζει τις εντυπώσεις αναφορικά με τις δραστικές αυξήσεις που συνεπάγεται, για το σύνολο των οικιακών καταναλωτών, η πλήρη απορρύθμιση της αγοράς και η κατάργηση των αποκαλούμενων «στρεβλώσεων». Ο αρνητικά φορτισμένος όρος «στρεβλώσεις» δεν αναφέρεται παρά στο σύστημα επιδότησης της κατανάλωσης των νοικοκυριών που επικράτησε στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα με στόχο την διασφάλιση επαρκούς πρόσβασης όλων των πολιτών, ανεξαρτήτως εισοδήματος και τόπου διανομής, στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, συγκοινωνίες, κ.λπ.). Συνεπώς, η καθιέρωση «κοινωνικού τιμολογίου» σηματοδοτεί την μετάβαση από ένα ισχυρό σύστημα κοινωνικής και περιφερειακής αλληλεγγύης σε περιορισμένα μέτρα προνοιακού χαρακτήρα που αφορούν, δηλαδή, σε λίγες μόνο μειονεκτούσες ομάδες του πληθυσμού.
Ø Σε οικονομικό επίπεδο, όπως αποδεικνύει η αύξηση των συγχωνεύσεων και εξαγορών και η επικράτηση υπερεθνικών ολιγοπωλίων στον ευρωπαϊκό κλάδο ηλεκτρισμού, στις τηλεπικοινωνίες και στον τομέα του νερού.
Ø Σε εργασιακό επίπεδο, οι ιδιωτικοποιήσεις και ο ανταγωνισμός προκαλούν αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων λόγω μείωσης της απασχόλησης, διάσπασης των συλλογικών διαπραγματεύσεων, συρρίκνωσης του μεριδίου της εργασίας, υποβάθμισης των συνθηκών εργασίας και μείωσης της συνδικαλιστικής πυκνότητας.
Ø Σε περιφερειακό επίπεδο,
εξαιτίας της αποκλειστικής ή κατά προτεραιότητα εξυπηρέτησης περιοχών με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα (π.χ ανάπτυξη τηλεπικοινωνιακών δικτύων) ή αυξημένη επιβατική κίνηση (ακτοπλοϊκές και σιδηροδρομικές μεταφορές).
Ø Τέλος, σημαντικές ανισορροπίες καταγράφονται και σε διαγενεακό επίπεδο, λόγω της εγγενούς τάσης των εισηγμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων να αναζητούν την μεγιστοποίηση της βραχυπρόθεσμης κερδοφορίας (προς όφελος των μετόχων τους) εις βάρος μακροπρόθεσμων επενδύσεων σε υποδομές, δίκτυα και περιβαλλοντικά έργα με καθοριστική σημασία για την διασφάλιση της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας των επόμενων γενεών (π.χ ενεργειακή επάρκεια και ανεξαρτησία, επέκταση σύγχρονων τηλεπικοινωνιακών δικτύων στο σύνολο της επικράτειας).

Μύθος 3ος: «Διατηρώντας ένα πλειοψηφικό ποσοστό στο κεφάλαιο των ΔΕΚΟ διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον»
Το πρόγραμμα «αποκρατικοποιήσεων» που ανακοίνωσε τον περασμένο Ιούνιο η κυβέρνηση έθεσε ως κεντρικό στόχο τη διατήρηση των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας «υπό τον έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου για την κατοχύρωση του κοινωνικού και αναπτυξιακού τους ρόλου». Πρόκειται για μια ακόμη παραπλανητική δήλωση. Η μεταβίβαση του μάνατζμεντ από τον δημόσιο τομέα σε «στρατηγικούς» επενδυτές συνεπάγεται την εφαρμογή αυστηρών ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων τόσο σε ό,τι αφορά τις συνθήκες παροχής των υπηρεσιών προς τους πολίτες όσο και σε ευρύτερα ζητήματα όπως την επιλογή των επενδυτικών σχεδίων, των τεχνολογιών, κ.λπ (παραδείγματα ΕΛΠΕ και ΟΤΕ). Με λίγα λόγια, ενώ δίνεται φαινομενικά η εντύπωση ότι η λειτουργία των επιχειρήσεων παραμένει υπό στενό δημόσιο έλεγχο, η διεθνής και εγχώρια εμπειρία επιβεβαιώνει ότι πριμοδοτούνται οι στόχοι των ιδιωτών (κερδοφορία), μια τάση που ενισχύεται από τις καθοριστικές αλλαγές στο θεσμικό περιβάλλον αυτών των επιχειρήσεων όπως η «απελευθέρωση» της αγοράς, η είσοδος ανταγωνιστών και ο ασφυκτικός έλεγχος των ρυθμιστικών αρχών σε κάθε δραστηριότητα που αντιβαίνει τους «κανόνες της αγοράς».

Μύθος 4ος: “Οι ΔΕΚΟ συνιστούν αναχρονιστικό θεσμό. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι αναγκαίες για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας»

Οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν αναχθεί σε αιχμή του δόρατος για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας με θετικές (θεωρητικά) επιδόσεις σε σύγκριση με την οικονομική αποτελεσματικότητα των πρώην ΔΕΚΟ, τις επενδύσεις, την απασχόληση και την εξυπηρέτηση του καταναλωτικού κοινού. Εντούτοις, καμία αναφορά δεν έχει γίνει από τα εγχώρια ΜΜΕ στις ουσιαστικές και πολυάριθμές πλέον κινητοποιήσεις που καταγράφονται τα τελευταία έτη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις. Στη Γαλλία, ο δήμος του Παρισιού αποφάσισε να τερματίσει τις συμβάσεις με πολυεθνικές επιχειρήσεις της ύδρευσης (Suez, Veolia) και προχώρησε στην σύσταση και λειτουργία της δημοτικής επιχείρησης Eau de Paris από την 1η Ιανουαρίου του 2010. Είχε προηγηθεί το παράδειγμα της πόλης της Grenoble που το 2001 είχε τερματίσει τη σύμβαση με την Suez εξαιτίας της αύξησης των τιμών του νερού, της έλλειψης επενδύσεων στο δίκτυο και της αποκάλυψης εκτεταμένων υποθέσεων διαφθοράς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανάκτηση του ελέγχου της επιχείρησης ύδρευσης από την τοπική αυτοδιοίκηση σηματοδότησε την εφαρμογή ενός είδους «δημοκρατικού μάνατζμεντ» χάρη στην ευρεία και θεσμοθετημένη συμμετοχή εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών σε αποφάσεις για την τιμή των υπηρεσιών, την κοινωνική πολιτική, τα επενδυτικά έργα, κ.λπ. Στις Κάτω Χώρες, μια μεγάλη εκστρατεία διασφάλισε την εξαίρεση του τομέα του νερού από τους κανόνες ανταγωνισμού της Ε.Ε για τις δημόσιες συμβάσεις και τις κρατικές βοήθειες. Στην Ιταλία, μια επίσης μεγάλη εκστρατεία βρίσκεται σε εξέλιξη με στόχο την αναστολή των ιδιωτικοποιήσεων των επιχειρήσεων παροχής νερού. Περίπου 1.500.000 υπογραφές κατατέθηκαν πρόσφατα στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ρώμης για την πραγματοποίηση δημοψηφίσματος ενάντια στην υποχρεωτική δια του νόμου συμμετοχή ιδιωτών σε όλες τις εταιρίες παροχής νερού από το 2012. Παρόμοιες πρωτοβουλίες καταγράφονται σε πόλεις της Γερμανίας στον τομέα του νερού («remunicipalisation» δηλαδή «επαναφορά στον δήμο»), στην Εσθονία (πλήρη ανάκτηση ελέγχου σιδηροδρόμου), στο Ηνωμένο Βασίλειο (αγορά και λειτουργία τοπικών ταχυδρομικών γραφείων από οργανισμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης). Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η κυβέρνηση της Αργεντινής ανέκτησε το 2005 τον έλεγχο της εταιρίας παροχής νερού του Μπουένος Άιρες που είχε παραχωρηθεί στην πολυεθνική Suez εξαιτίας των πενιχρών οικονομικών και κυρίως κοινωνικών της επιδόσεων (αυξήσεις, έλλειψη επενδύσεων, κλπ).

Μύθος 5ος: «Οι ρυθμιστικές αρχές είναι ανεξάρτητες»
Με την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την απορρύθμιση των αγορών κοινής ωφέλειας, έχουν δημιουργηθεί και στην Ελλάδα μια σειρά από αρχές για τη ρύθμιση των νεοσύστατων «αγορών». Λίγη συζήτηση έχει γίνει στην Ελλάδα για τη λειτουργία αυτών των αρχών που συχνά χαίρουν θετικής εκτίμησης μεταξύ των πολιτών λόγω ταύτισής τους με συνταγματικά κατοχυρωμένες ανεξάρτητες αρχές όπως ο Συνήγορος του Πολίτη, η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, κλπ. Φορείς όπως η ΡΑΕ (Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας) και η ΕΕΤΤ (Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων) περιορίζονται σήμερα σε μια λογική ανάπτυξης του ανταγωνισμού «για τον ανταγωνισμό», βάσει διακριτικών αποφάσεων σε βάρος των πρώην ΔΕΚΟ. Η ιδεολογική προσκόλληση αυτών των αρχών στην πάση θυσία ανάπτυξη του ανταγωνισμού οδηγεί σε ανορθολογικές και μακροπρόθεσμα επιζήμιες αποφάσεις όπως η αύξηση των τιμών του ηλεκτρισμού (οριακής τιμής συστήματος στο Χρηματιστήριο Ενέργειας) ώστε να διευκολυνθεί η κερδοφορία ιδιωτικών επιχειρήσεων, ο αποκλεισμός της ΔΕΗ από τους διαγωνισμούς για την κατασκευή αποδοτικότερων και περιβαλλοντικά φιλικότερων μονάδων και η μη βέλτιστη διάχυση, τόσο από κοινωνική όσο και εδαφική άποψη, των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας. Παράλληλα, όπως καταγράφεται και διεθνώς, οι εν λόγω αρχές κατηγορούνται ολοένα και συχνότερα για έλλειψη διαφάνειας, πλουραλισμού, πραγματικής συλλογικής διαβούλευσης και αντιπροσωπευτικότητας. Η επικρατούσα ρυθμιστική αντίληψη βρίσκεται, εν ολίγοις, στον αντίποδα μιας «κοινωνικής ρύθμισης» που επιδιώκει την ικανοποίηση των βασικών αναγκών των πολιτών και τη βέλτιστη αξιοποίηση των αναπτυξιακών πλεονεκτημάτων που απορρέουν από την κοινωνική διάχυση σύγχρονων, ποιοτικών και προσιτών υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στο σύνολο του πληθυσμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παράκληση να μην υπάρχουν μηνύματα υβριστικού περιεχομένου.