
Toυ ΑΡΗ ΤΟΛΙΟΥ
Το σύνθημα «Πρώτη φορά Αριστερά» που ακουγόταν ρυθμικά στα Προπύλαια το βράδυ της περασμένης Κυριακής έδειχνε ένα πράγματι πρωτοφανές γεγονός: πρώτη φορά σε 180 χρόνια ύπαρξης του νεοελληνικού κράτους, ένα αριστερό κόμμα αναδεικνύεται πρώτο σε εκλογές εθνικής κλίμακας και αντίστοιχα, πρώτη φορά σε οποιοδήποτε κράτος – μέλος τηςΕΕ, μετά την πρωτιά του PCI στις ευρωεκλογές του 1984.
Ωστόσο, ένας μαραθώνιος, όπως συχνά αποκαλείται η πολιτική, δεν διεξάγεται ανεβοκατεβαίνοντας πλαγιές, γιατί αυτό εξαντλεί το δρομέα. Αντίστοιχα, δεν επιτρέπεται στην πολιτική ανάλυση να έχει ενθουσιασμούς και απογοητεύσεις. Αυτό δεν ενέχει διάθεση μιζέριας, αλλά στοιχειώδους αντίληψης του τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε.
Ωστόσο, ένας μαραθώνιος, όπως συχνά αποκαλείται η πολιτική, δεν διεξάγεται ανεβοκατεβαίνοντας πλαγιές, γιατί αυτό εξαντλεί το δρομέα. Αντίστοιχα, δεν επιτρέπεται στην πολιτική ανάλυση να έχει ενθουσιασμούς και απογοητεύσεις. Αυτό δεν ενέχει διάθεση μιζέριας, αλλά στοιχειώδους αντίληψης του τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε.
Ορισμένες παρατηρήσεις λοιπόν:
1. Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών υποδηλώνει μια σαφέστατη αντίδραση απέναντι στην εφαρμοζόμενη λιτότητα της Μέρκελ στην ΕΕ και τα ανεπίσημα ή επίσημα μνημόνια στις χώρες της Περιφέρειας. Η εξασθένηση των κραταιών ευρω-ομάδων του Λαϊκού Κόμματος και των Σοσιαλιστών (405 θέσεις έναντι 468 10 χρόνια πριν) που εναλλάσσονται στην ευρωκοινοβουλευτική πλειοψηφία, δείχνει τη χρεοκοπία του μοντέλου της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όπως αυτό οικοδομήθηκε ως τώρα.
2. Παράλληλα, η πτώση των Φιλελεύθερων και η στασιμότητα των Συντηρητικών Ευρωσκεπτικιστών (Κάμερον – Μπερλουσκόνι) και των Πράσινων (όλες συμπληρωματικές ομάδες του παραδοσιακού ευρωκοινοβουλευτικού «ψηφιδωτού») ανέδειξε νέες δυνάμεις – οι οποίες πλέον γίνονται και γεωπολιτικοί «παίκτες».
3. Η μόνη χώρα που ανέδειξε πρώτη την Αριστερά είναι η Ελλάδα. Αυτό βεβαίως δεν είναι τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαία η έλλειψη στρατηγικής από την ευρωπαϊκή Αριστερά. Δεν είναι μόνο η άνοδος των λαϊκιστών ακροδεξιών Λεπέν και Φάραντζ σε χώρες με μεγάλη εργατική τάξη και μικρή Αριστερά (Γαλλία – Μ. Βρετανία), των οποίων οι οικονομίες κινδυνεύουν να δορυφοροποιηθούν από τον μονεταριστικό ιμπεριαλισμό της Γερμανίας. Είναι κυρίως η στασιμότητα που επέδειξαν οι δυνάμεις της Αριστεράς στο ευρωπαϊκό Κέντρο (Die Linke Γερμανίας, Αριστερό Μέτωπο Γαλλίας, Σοσιαλιστικό Κόμμα Ολλανδίας), η πτώση κομμάτων που έχουν αμβλύνει τις αιχμές τους (ΚΚ Βοημίας – Μοραβίας, Αριστερό Μπλόκο, ΑΚΕΛ), την ώρα που αναδεικνύονται νέες δυνάμεις («Μπορούμε» στην Ισπανία, «Η Άλλη Ευρώπη» στην Ιταλία) και αντεπιτίθενται μόνο εκείνα τα κόμματα που παρουσιάστηκαν «ετοιμοπόλεμα» μέσα στη λαίλαπα των μνημονίων (ΣΥΡΙΖΑ, Ενωμένη Αριστερά, Σιν Φέιν, ΚΚ Πορτογαλίας). Η ευρωπαϊκή Αριστερά των «δύο ταχυτήτων» αποδεικνύει πως η ευρωπαϊκή Αριστερά υστερεί, τόσο σε επίπεδο πανευρωπαϊκής στρατηγικής, όσο και σε επίπεδο ανάπτυξης ταυτόχρονων κινημάτων. Αυτό ας το κρατήσουμε.
4. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε κάτι που φαινόταν αδιανόητο μέχρι πριν 4 χρόνια. Όμως, δεν πέτυχε το δεύτερο τακτικό του στόχο: να αποτελέσουν οι ευρωεκλογές (ή οι 5 κάλπες μέσα σε 8 μέρες) εκείνο το πολιτικό γεγονός – όπως θα μπορούσε να είναι μια μεγάλη πολιτική απεργία ή ένα ρωμαλέο ριζοσπαστικό κίνημα – που θα ρίξει την αθλιότερη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης.
5. Το παραπάνω δε σημαίνει πως έχουμε το παράδειγμα «η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής πέθανε». Όμως, η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ δεν σώζει όσο δεν επιταχύνονται οι διαδικασίες ανατροπής της κυβέρνησης και της μνημονιακής πολιτικής – πολλώ δε μάλλον, όταν οι εταίροι της κυβέρνησης είναι αποδυναμωμένοι, αλλά ενωμένοι συνεχίζουν να σχηματίζουν μεγαλύτερο εκλογικό ποσοστό απο τον ΣΥΡΙΖΑ.
6. Παρόλ' αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ για δεύτερη φορά σε απόσταση δύο ετών αγγίζει το 27%. Αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί συνοπτικά ως εξής: περίπου το ¼ των ενεργών ψηφοφόρων στηρίζει συνειδητά τον ΣΥΡΙΖΑ και θα συνεχίσει να το κάνει τουλάχιστον μέχρι να δοκιμαστεί ως κυβέρνηση, να αλλοιωθεί ριζικά η αριστερή ριζοσπαστική αντιμνημονιακή φυσιογνωμία του ή να εξασθενήσει για αυτό το κομμάτι κάθε ελπίδα και προοπτική. Όμως, το ποσοστό αυτό, αν συνυπολογιστεί η συνεχιζόμενη τεράστια αποχή, απέχει πολύ από τη «μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία» που επιδιώκει ο πρόεδρος Αλέξης Τσίπρας.
7. Μάλιστα, καθώς «στραγγίζει» το υπάρχον κομματικό σύστημα, δύσκολα μπορεί να περιμένει ο ΣΥΡΙΖΑ και κάτι από τις υπάρχουσες κομματικές «δεξαμενές» – εκτός αν πιστεύει κάποιος στα σοβαρά ότι μπορεί να «αιμοδοτήσει» σημαντικά κάποιον άλλον εκλογικά το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες ή ακόμα και η ΝΔ. Ακόμα και ευρύτερα αν το δούμε: ειλικρινά εκτιμά κανείς πως ο χώρος του Κέντρου (Ελιά, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι) μπορεί να βρεθεί σήμερα κάτω από το σημερινό15%, της Δεξιάς κάτω από 30% ή της ακροδεξιάς (Χρυσή Αυγή, ΛΑΟΣ) κάτω από 10%; Εκτός, βέβαια, αν έρθει κάποια ριζοσπαστική ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού...
8. Μόνη διέξοδος για το ΣΥΡΙΖΑ είναι είτε η στρατηγική και πολιτική (και όχι ιδεολογική) συμμαχία με την υπόλοιπη Αριστερά ή/και η πολιτική δράση σε κοινωνικό επίπεδο ή/και ακόμα η πολιτικοποίηση της αποχής.
9. Όσον αφορά το πρώτο: η Αριστερά άθροισε 35%, έχει μεγαλώσει την εμβέλεια της και είναι αυτή τη στιγμή εκείνος ο διακριτός ιδεολογικοπολιτικός χώρος με τη μεγαλύτερη εκλογική βάση στη χώρα. Αυτό το αναφέρω γιατί αξίζει να θυμόμαστε ότι τελικά καταρρίπτονται οι εκ του πονηρού νομοτέλειες περί ανάγκης προσέγγισης άλλων πολιτικών χώρων ή οι προσχηματικοί, ανιστόρητοι και φοβικοί μύθοι περί συντηρητικοποίησης των κοινωνιών σε περιόδους κρίσης. Αυτό επίσης ας το κρατήσουμε για το εγγυές μέλλον, όταν τα ποσοστά πιθανόν να επαρκούν και για το σχηματισμό αριστερής κυβέρνησης με σοσιαλιστικό πρόσημο και οι ηγεσίες της Αριστεράς θα κληθούν, σε μία κοσμοϊστορική συγκυρία, να δώσουν απτό και υλικό περιεχόμενο στις έννοιες «ρήξη και ανατροπή».
10. Όσον αφορά το δεύτερο: οι αυτοδιοικητικές εκλογές απέδειξαν πως οι μηχανισμοί που κινητοποιούν μαζικά ψηφοφόρους υπάρχουν και συχνά εντοπίζονται σε υπάρχοντες συλλογικούς θεσμούς και συνδικαλιστικούς φορείς - ομοσπονδίες, σύλλογοι, επιμελητήρια, κτλ.Ένα κόμμα του οποίου προνομιακή θα είναι μόνο η απεύθυνση σε πλατιά ακροατήρια και όχι η συμμετοχή και παρέμβαση στους θεσμούς εργαζόμενων και επαγγελματιών δε μπορεί ποτέ να κάνει το άλμα που επιθυμεί. Με αυτή την έννοια, η στρατηγική των τελευταίων δύο ετών (ας την ονομάσουμε «συνεπής θεσμική αντιπολίτευση») έχει πιάσει «ταβάνι».
11. Όσον αφορά το τρίτο: η λογική του «απλώματος της τράπουλας» στην εργατική τάξη και ταυτόχρονα σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, κλάδους, φορείς δύσκολα μπορεί να συνεχιστεί. Για την υπέρβαση, για τη δημιουργία ενός ρεύματος ανατροπής που θα καταφέρει να ρίξει την όποια κυβέρνηση του Μνημονίου χρειάζονται μεγαλύτερα βήματα και – δυστυχώς ή ευτυχώς – καθαρός προσανατολισμός προς πολιτική δράση, συμμετοχή και παρέμβαση με ταξικό περιεχόμενο και όχι απλώς στην εκφώνηση φιλολαϊκού λόγου. Δυστυχώς, η ανάπτυξη δε μπορεί να είναι ποσοτικά και διαταξικά ισόρροπη και η κοινωνική ευημερία έχει ταξικό πρόσημο. Και δυστυχώς ή ευτυχώς, στην Ελλάδα και παντού, αυτοί που είναι εκτός παραγωγικής διαδικασίας και αυτοί που παράγουν τον πλούτο είναι πάντα οι συντριπτικά περισσότεροι. Ο κόσμος της αποχής, λοιπόν (ιδίως νέοι και άνεργοι), δε θέλει τους άλλους, έχει ταυτίσει τους πολιτικούς με όσουν τους κυβέρνησαν και δεν πιστεύει εμάς – αυτό πρέπει να το αλλάξουμε, διότι δημιουργοί της πολυετούς απαξίωσης τόσο της πολιτικής όσο και της συμμετοχής είναι οι άλλοι, αλλά ηττημένοι είμαστε μόνο εμείς.
12. Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι τόσο ζήτημα εκπροσώπησης: ο ριζοσπαστισμός που εξαντλείται μόνο στο κοινωνικό επίπεδο και παραμένει απολίτικος ή η περιθωριοποίηση τεράστιων μαζών από την πολιτική συμμετοχή είναι φαινόμενα – προϊόντα της συστημικής κρίσης. Το ζήτημα είναι περισσότερο πολιτικής ηγεμονίας – πρωτοπορίας: η ανάγκη δηλαδή για ένα πολιτικό φορέα, ο οποίος θα αναμορφώσει ριζοσπαστικά τις υπάρχουσες κοινωνικές και θεσμικές δομές, θα πολιτικοποιήσει την κοινωνική αντίδραση και θα συγκροτεί πρωτοβουλιακά στο υπόστρωμα της κοινωνίας επιμέρους αντιφασιστικά μέτωπα, αντιιμπεριαλιστικά μέτωπα, αντιμονοπωλιακά μέτωπα.
13. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η νεολαία, η οποία καθορίζεται από τον αποκλεισμό και από την εργασία και από την παραγωγή και από την πολιτική. Τα τρία είναι προφανώς αλληλένδετα. Έτσι, για να χειραφετηθεί η νεολαία (η οποία, ακόμα και «μπακαλίστικα», φτάνει και περισσεύει για τη «μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία»), πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να πρωταγωνιστήσει σε μια νέα αντισυστημική (στην πολιτική πράξη και όχι στη θεωρητική αφαίρεση) αντίληψη που θα δομήσει ένα αυτοφυές ριζοσπαστικό κίνημα πάνω στους συλλογικούς φορείς εκπροσώπησης στα πανεπιστήμια, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και στις γειτονιές, θα πυροδοτήσει κίνημα εντός και κυρίως, εκτός αυτών και θα επαναφέρει τους νέους στην πολιτική – όχι μόνο για να ψηφίσει την «κυβέρνηση της Αριστεράς».
14. Αυτή η βαθιά «δουλειά από τα κάτω», δηλαδή η διαδικασία επαναφοράς άνεργων και εργαζόμενων στις δομές της κοινωνικής οργάνωσης και η ριζοσπαστικοποίηση των τελευταίων, από ένα πρωτοπόρο κόμμα, που θα συγκροτεί πολιτικά μέτωπα με τις υπόλοιπες προοδευτικές, ριζοσπαστικές δυνάμεις είναι η μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορούμε να δώσουμε στο λαό. Και ακόμα και αυτές οι εκλογές δείχνουν ότι είναι μονόδρομος.
15. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυοφορήθηκε από την κομμουνιστική αριστερή παράδοση του 20ου αιώνα, γεννήθηκε μέσα στους κοινωνικούς αγώνες του 21ου αιώνα και μεγάλωσε μέσα στην κρίση.Τώρα όμως, καθώς έχει ενηλικιωθεί, πρέπει να είναι κοινωνικά χρήσιμος και να εξυπηρετήσει τη λαϊκή απαίτηση της ανατροπής. Ο σύντομος πολιτικός χρόνος δεν αποτελεί δικαιολογία, αλλά πιέζει για μεγάλες ριζοσπαστικές τομές.
3. Η μόνη χώρα που ανέδειξε πρώτη την Αριστερά είναι η Ελλάδα. Αυτό βεβαίως δεν είναι τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαία η έλλειψη στρατηγικής από την ευρωπαϊκή Αριστερά. Δεν είναι μόνο η άνοδος των λαϊκιστών ακροδεξιών Λεπέν και Φάραντζ σε χώρες με μεγάλη εργατική τάξη και μικρή Αριστερά (Γαλλία – Μ. Βρετανία), των οποίων οι οικονομίες κινδυνεύουν να δορυφοροποιηθούν από τον μονεταριστικό ιμπεριαλισμό της Γερμανίας. Είναι κυρίως η στασιμότητα που επέδειξαν οι δυνάμεις της Αριστεράς στο ευρωπαϊκό Κέντρο (Die Linke Γερμανίας, Αριστερό Μέτωπο Γαλλίας, Σοσιαλιστικό Κόμμα Ολλανδίας), η πτώση κομμάτων που έχουν αμβλύνει τις αιχμές τους (ΚΚ Βοημίας – Μοραβίας, Αριστερό Μπλόκο, ΑΚΕΛ), την ώρα που αναδεικνύονται νέες δυνάμεις («Μπορούμε» στην Ισπανία, «Η Άλλη Ευρώπη» στην Ιταλία) και αντεπιτίθενται μόνο εκείνα τα κόμματα που παρουσιάστηκαν «ετοιμοπόλεμα» μέσα στη λαίλαπα των μνημονίων (ΣΥΡΙΖΑ, Ενωμένη Αριστερά, Σιν Φέιν, ΚΚ Πορτογαλίας). Η ευρωπαϊκή Αριστερά των «δύο ταχυτήτων» αποδεικνύει πως η ευρωπαϊκή Αριστερά υστερεί, τόσο σε επίπεδο πανευρωπαϊκής στρατηγικής, όσο και σε επίπεδο ανάπτυξης ταυτόχρονων κινημάτων. Αυτό ας το κρατήσουμε.
4. Ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε κάτι που φαινόταν αδιανόητο μέχρι πριν 4 χρόνια. Όμως, δεν πέτυχε το δεύτερο τακτικό του στόχο: να αποτελέσουν οι ευρωεκλογές (ή οι 5 κάλπες μέσα σε 8 μέρες) εκείνο το πολιτικό γεγονός – όπως θα μπορούσε να είναι μια μεγάλη πολιτική απεργία ή ένα ρωμαλέο ριζοσπαστικό κίνημα – που θα ρίξει την αθλιότερη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης.
5. Το παραπάνω δε σημαίνει πως έχουμε το παράδειγμα «η εγχείρηση πέτυχε, ο ασθενής πέθανε». Όμως, η πρωτιά του ΣΥΡΙΖΑ δεν σώζει όσο δεν επιταχύνονται οι διαδικασίες ανατροπής της κυβέρνησης και της μνημονιακής πολιτικής – πολλώ δε μάλλον, όταν οι εταίροι της κυβέρνησης είναι αποδυναμωμένοι, αλλά ενωμένοι συνεχίζουν να σχηματίζουν μεγαλύτερο εκλογικό ποσοστό απο τον ΣΥΡΙΖΑ.
6. Παρόλ' αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ για δεύτερη φορά σε απόσταση δύο ετών αγγίζει το 27%. Αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί συνοπτικά ως εξής: περίπου το ¼ των ενεργών ψηφοφόρων στηρίζει συνειδητά τον ΣΥΡΙΖΑ και θα συνεχίσει να το κάνει τουλάχιστον μέχρι να δοκιμαστεί ως κυβέρνηση, να αλλοιωθεί ριζικά η αριστερή ριζοσπαστική αντιμνημονιακή φυσιογνωμία του ή να εξασθενήσει για αυτό το κομμάτι κάθε ελπίδα και προοπτική. Όμως, το ποσοστό αυτό, αν συνυπολογιστεί η συνεχιζόμενη τεράστια αποχή, απέχει πολύ από τη «μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία» που επιδιώκει ο πρόεδρος Αλέξης Τσίπρας.
7. Μάλιστα, καθώς «στραγγίζει» το υπάρχον κομματικό σύστημα, δύσκολα μπορεί να περιμένει ο ΣΥΡΙΖΑ και κάτι από τις υπάρχουσες κομματικές «δεξαμενές» – εκτός αν πιστεύει κάποιος στα σοβαρά ότι μπορεί να «αιμοδοτήσει» σημαντικά κάποιον άλλον εκλογικά το ΠΑΣΟΚ, η ΔΗΜΑΡ, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες ή ακόμα και η ΝΔ. Ακόμα και ευρύτερα αν το δούμε: ειλικρινά εκτιμά κανείς πως ο χώρος του Κέντρου (Ελιά, ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι) μπορεί να βρεθεί σήμερα κάτω από το σημερινό15%, της Δεξιάς κάτω από 30% ή της ακροδεξιάς (Χρυσή Αυγή, ΛΑΟΣ) κάτω από 10%; Εκτός, βέβαια, αν έρθει κάποια ριζοσπαστική ανασύνθεση του πολιτικού σκηνικού...
8. Μόνη διέξοδος για το ΣΥΡΙΖΑ είναι είτε η στρατηγική και πολιτική (και όχι ιδεολογική) συμμαχία με την υπόλοιπη Αριστερά ή/και η πολιτική δράση σε κοινωνικό επίπεδο ή/και ακόμα η πολιτικοποίηση της αποχής.
9. Όσον αφορά το πρώτο: η Αριστερά άθροισε 35%, έχει μεγαλώσει την εμβέλεια της και είναι αυτή τη στιγμή εκείνος ο διακριτός ιδεολογικοπολιτικός χώρος με τη μεγαλύτερη εκλογική βάση στη χώρα. Αυτό το αναφέρω γιατί αξίζει να θυμόμαστε ότι τελικά καταρρίπτονται οι εκ του πονηρού νομοτέλειες περί ανάγκης προσέγγισης άλλων πολιτικών χώρων ή οι προσχηματικοί, ανιστόρητοι και φοβικοί μύθοι περί συντηρητικοποίησης των κοινωνιών σε περιόδους κρίσης. Αυτό επίσης ας το κρατήσουμε για το εγγυές μέλλον, όταν τα ποσοστά πιθανόν να επαρκούν και για το σχηματισμό αριστερής κυβέρνησης με σοσιαλιστικό πρόσημο και οι ηγεσίες της Αριστεράς θα κληθούν, σε μία κοσμοϊστορική συγκυρία, να δώσουν απτό και υλικό περιεχόμενο στις έννοιες «ρήξη και ανατροπή».
10. Όσον αφορά το δεύτερο: οι αυτοδιοικητικές εκλογές απέδειξαν πως οι μηχανισμοί που κινητοποιούν μαζικά ψηφοφόρους υπάρχουν και συχνά εντοπίζονται σε υπάρχοντες συλλογικούς θεσμούς και συνδικαλιστικούς φορείς - ομοσπονδίες, σύλλογοι, επιμελητήρια, κτλ.Ένα κόμμα του οποίου προνομιακή θα είναι μόνο η απεύθυνση σε πλατιά ακροατήρια και όχι η συμμετοχή και παρέμβαση στους θεσμούς εργαζόμενων και επαγγελματιών δε μπορεί ποτέ να κάνει το άλμα που επιθυμεί. Με αυτή την έννοια, η στρατηγική των τελευταίων δύο ετών (ας την ονομάσουμε «συνεπής θεσμική αντιπολίτευση») έχει πιάσει «ταβάνι».
11. Όσον αφορά το τρίτο: η λογική του «απλώματος της τράπουλας» στην εργατική τάξη και ταυτόχρονα σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, κλάδους, φορείς δύσκολα μπορεί να συνεχιστεί. Για την υπέρβαση, για τη δημιουργία ενός ρεύματος ανατροπής που θα καταφέρει να ρίξει την όποια κυβέρνηση του Μνημονίου χρειάζονται μεγαλύτερα βήματα και – δυστυχώς ή ευτυχώς – καθαρός προσανατολισμός προς πολιτική δράση, συμμετοχή και παρέμβαση με ταξικό περιεχόμενο και όχι απλώς στην εκφώνηση φιλολαϊκού λόγου. Δυστυχώς, η ανάπτυξη δε μπορεί να είναι ποσοτικά και διαταξικά ισόρροπη και η κοινωνική ευημερία έχει ταξικό πρόσημο. Και δυστυχώς ή ευτυχώς, στην Ελλάδα και παντού, αυτοί που είναι εκτός παραγωγικής διαδικασίας και αυτοί που παράγουν τον πλούτο είναι πάντα οι συντριπτικά περισσότεροι. Ο κόσμος της αποχής, λοιπόν (ιδίως νέοι και άνεργοι), δε θέλει τους άλλους, έχει ταυτίσει τους πολιτικούς με όσουν τους κυβέρνησαν και δεν πιστεύει εμάς – αυτό πρέπει να το αλλάξουμε, διότι δημιουργοί της πολυετούς απαξίωσης τόσο της πολιτικής όσο και της συμμετοχής είναι οι άλλοι, αλλά ηττημένοι είμαστε μόνο εμείς.
12. Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι τόσο ζήτημα εκπροσώπησης: ο ριζοσπαστισμός που εξαντλείται μόνο στο κοινωνικό επίπεδο και παραμένει απολίτικος ή η περιθωριοποίηση τεράστιων μαζών από την πολιτική συμμετοχή είναι φαινόμενα – προϊόντα της συστημικής κρίσης. Το ζήτημα είναι περισσότερο πολιτικής ηγεμονίας – πρωτοπορίας: η ανάγκη δηλαδή για ένα πολιτικό φορέα, ο οποίος θα αναμορφώσει ριζοσπαστικά τις υπάρχουσες κοινωνικές και θεσμικές δομές, θα πολιτικοποιήσει την κοινωνική αντίδραση και θα συγκροτεί πρωτοβουλιακά στο υπόστρωμα της κοινωνίας επιμέρους αντιφασιστικά μέτωπα, αντιιμπεριαλιστικά μέτωπα, αντιμονοπωλιακά μέτωπα.
13. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η νεολαία, η οποία καθορίζεται από τον αποκλεισμό και από την εργασία και από την παραγωγή και από την πολιτική. Τα τρία είναι προφανώς αλληλένδετα. Έτσι, για να χειραφετηθεί η νεολαία (η οποία, ακόμα και «μπακαλίστικα», φτάνει και περισσεύει για τη «μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία»), πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ να πρωταγωνιστήσει σε μια νέα αντισυστημική (στην πολιτική πράξη και όχι στη θεωρητική αφαίρεση) αντίληψη που θα δομήσει ένα αυτοφυές ριζοσπαστικό κίνημα πάνω στους συλλογικούς φορείς εκπροσώπησης στα πανεπιστήμια, στους χώρους εργασίας, στα σχολεία και στις γειτονιές, θα πυροδοτήσει κίνημα εντός και κυρίως, εκτός αυτών και θα επαναφέρει τους νέους στην πολιτική – όχι μόνο για να ψηφίσει την «κυβέρνηση της Αριστεράς».
14. Αυτή η βαθιά «δουλειά από τα κάτω», δηλαδή η διαδικασία επαναφοράς άνεργων και εργαζόμενων στις δομές της κοινωνικής οργάνωσης και η ριζοσπαστικοποίηση των τελευταίων, από ένα πρωτοπόρο κόμμα, που θα συγκροτεί πολιτικά μέτωπα με τις υπόλοιπες προοδευτικές, ριζοσπαστικές δυνάμεις είναι η μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορούμε να δώσουμε στο λαό. Και ακόμα και αυτές οι εκλογές δείχνουν ότι είναι μονόδρομος.
15. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυοφορήθηκε από την κομμουνιστική αριστερή παράδοση του 20ου αιώνα, γεννήθηκε μέσα στους κοινωνικούς αγώνες του 21ου αιώνα και μεγάλωσε μέσα στην κρίση.Τώρα όμως, καθώς έχει ενηλικιωθεί, πρέπει να είναι κοινωνικά χρήσιμος και να εξυπηρετήσει τη λαϊκή απαίτηση της ανατροπής. Ο σύντομος πολιτικός χρόνος δεν αποτελεί δικαιολογία, αλλά πιέζει για μεγάλες ριζοσπαστικές τομές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παράκληση να μην υπάρχουν μηνύματα υβριστικού περιεχομένου.